ΑΝΘΡΩΠΟΓΕΩΓΡΑΦΙΚΗ ΕΠΙΣΚΟΠΗΣΗ ΤΗΣ ΧΕΡΣΟΝΗΣΟΥ ΤΟΥ ΑΘΩ

Ἡ χερσόνησος τοῦ Ἄθω ἀρχίζει ἀπὸ τὴ στενὴ λωρίδα γῆς ποὺ χωρίζει τὸν κόλπο τῆς Ἱερισσοῦ ἀπὸ τὸ Σιγγιτικό. Τὸ μῆκος της φθάνει τὰ 60 σχεδὸν χιλιόμετρα καὶ τὸ πλάτος της κυμαίνεται μεταξὺ 8 καὶ 12. Τὸ συνολικὸ ἐμβαδόν της πλησιάζει τὰ 385 τετραγωνικὰ χιλιόμετρα. Ἡ ὀρεινὴ φυσιογνωμία τῆς Ἀθωνικῆς χερσονήσου φανερώνεται ἀμέσως μετὰ τὸν ἰσθμό, ἀπὸ ὅπου ἀρχίζει μία μικρὴ ἔξαρση τοῦ ἐδάφους, ἡ ὁποία συνεχίζεται μέχρι τῆς Μεγάλης Βίγλας. Ἡ τελευταία ἔχει ὑψόμετρο γύρω στὰ 90 μέτρα ἀπὸ τὴν ἐπιφάνεια τῆς θάλασσας καὶ ἀποτελεῖ σήμερα κατὰ τὸ Ἑλληνικὸ Σύνταγμα τὰ πολιτικὰ σύνορα τῆς Ἀθωνικῆς Πολιτείας.

Ἡ Ἀθωνικὴ χερσόνησος ἔχει κλίμα μεσογειακοῦ τύπου. Τὸ χειμώνα, ποὺ εἶναι ἤπιος στὶς χαμηλότερες ζῶνες πρὸς τὴ θάλασσα, καὶ παγερὸς στὶς ψηλότερες, οἱ βροχοπτώσεις φτάνουν στὸ «μέγιστον». Τὸ θέρος εἶναι σχετικὰ ξηρό.

Ἕνα ἀπὸ τὰ κύρια φυσιογνωμικὰ στοιχεῖα τῶν Ἀθωνικῶν ἐκτάσεων εἶναι ἡ πλουσιώτατη καὶ ἰδιάζουσα βλάστησή τους. Τὰ 98% περίπου τῆς ἐπιφάνειας τῆς χερσονήσου καλύπτουν δένδρα, θάμνοι, ἡμίθαμνοι καὶ ποώδη φυτά. Ἡ ἀφθονία τῶν δασῶν καὶ τῶν θάμνων καὶ ἡ ποικιλία τῆς χλωρίδας συνθέτουν ἕνα σπάνιο χαλὶ ἀπὸ πράσινο ποὺ ἐδῶ καὶ πολλοὺς αἰῶνες χαρακτήρισε τὴν περιοχὴ σὰν βοτανικὸ παράδεισο.

Ἡ πλούσια αὐτὴ βλάστηση παρουσιάζει ζωνοειδὴ διάρθρωση. Ἀπὸ τὴν παραλία δηλαδή, ἕως τὴν κορυφὴ τοῦ Ἄθω, ἡ περιοχὴ χωρίζεται σὲ πέντε ζῶνες: στὴν παραλιακή, στὴ ζώνη ποὺ εὐδοκιμοῦν τὰ σκληρόφυλλα καὶ ἀείφυλλα, στὴ ζώνη ποὺ φύονται τὰ ξυλώδη φυτά, στὴν κύρια δασικὴ ζώνη, ποὺ ἀναπτύσσονται φυλλοβόλα καὶ πλατύφυλλα, καθὼς καὶ βελονοειδῆ κωνοφόρα δέντρα καὶ στὴν ἀλπικὴ ζώνη.

Στὶς δασώδεις περιοχὲς ἀπαντοῦν κατὰ ζῶνες καστανιές, ὀξυές, ἔλατα, πεῦκα, πρίνοι, καὶ ἄλλα ἀείφυλλα ἢ φυλλοβόλα δένδρα. Στὶς ἄλλες περιοχὲς οἱ μέχρι σήμερα γνωστὲς φυτικὲς μορφὲς ὑπερβαίνουν τὰ 1.118 εἴδη, τὰ 90 ὑποείδη καὶ τὶς 194 ποικιλίες ποὺ ἀνήκουν συνολικὰ σὲ 503 γένη καὶ 96 οἰκογένειες. Ἡ ἀπέραντη αὐτὴ θάλασσα πρασίνου διακοσμημένη ἰδίως τὴν ἄνοιξη καὶ τὸ φθινόπωρο μὲ τὰ πολύχρωμα ἄνθη τῶν φυτῶν καὶ τῶν δένδρων καὶ τὶς πολυάριθμες ἀποχρώσεις τοὺς συναρπάζουν τὸ θεατὴ καὶ τοῦ δημιουργοῦν ἀνέκφραστη αἰσθητικὴ ἀπόλαυση.

Ἡ καταπληκτικὴ αὐτὴ ποικιλία τῶν δένδρων καὶ τῶν φυτῶν ὀφείλεται κατὰ τοὺς εἰδικοὺς σὲ πολλοὺς λόγους, ἀπὸ τοὺς ὁποίους σπουδαιότεροι εἶναι, ἡ γεωγραφικὴ θέση τῆς χερσονήσου, ἡ προέκτασή της βαθειὰ μέσα στὴ θάλασσα, τὸ ὀρεινὸ ἔδαφός της, τὸ μεγάλο ὕψος τοῦ Ὄρους, οἱ εὐνοϊκοὶ κλιματικοὶ καὶ ἐδαφικοὶ παράγοντες τῆς περιοχῆς καὶ ἡ ἀπουσία κοπαδιῶν ἀπὸ αὐτήν.

ΧΡΟΝΟΛΟΓΙΚΟ ΔΙΑΓΡΑΜΜΑ

9ος αἰὼν π.Χ. Μυθικὴ ἐποχή.

8ος – 7ος αἰών. Ἐγκαταστάθηκαν Θράκες στὴν Ἀθωνικὴ Χερσόνησο.

6ος αἰών. Ἦλθαν Ἕλληνες στὴν περιοχὴ τοῦ Ἄθω καὶ τὴν ἐξελλήνισαν.

5ος – 2ος αἰών. Οἱ 6 – 7 πόλεις τῆς χερσονήσου ἦταν ἀποικίες ἑλληνικῶν κρατιδίων καὶ εἶχαν αὐτονομία.

493, Καταστράφηκε στὴν Ἀθωνικὴ ἀκτὴ ὁ στόλος τοῦ Πέρση στρατηγοῦ Μαρδόνιου.

481, Ὁ Ξέρξης ἄνοιξε τὴ διώρυγα κοντὰ στὸ σημερινὸ Πρόβλακα.

468, Ἡ περιοχὴ τοῦ Ἄθω περιῆλθε στὴν ἐξουσία τῶν Ρωμαίων.

324 – 337 μ.Χ., Ὅλη ἡ Μακεδονία καὶ ὁ Ἄθως ἐντάχθηκε στὸ Ἰλλυρικό, καὶ τὸ 379 στὸ Ἀνατολικὸ Ἰλλυρικό.

412, Προσαρτήθηκε πρόσκαιρα (καὶ ἀπὸ τὸ 716-744 ὁριστικὰ) στὸν ἐπίσκοπο τῆς Κωνσταντινουπόλεως.

5ος αἰών. Διαδόθηκε ἡ μοναχικὴ ζωὴ στὸν Ἄθω.

842, Μοναχοὶ τοῦ Ἄθω παραβρέθηκαν στὴ Σύνοδο τῆς Βασιλεύουσας γιὰ τὴν ἀποκατάσταση τῶν εἰκόνων.

9ος αἰών. Παραδόσεις «μεταβάσεως» στὸν Ἄθω πολλῶν εἰκόνων μὲ ἀφορμὴ τοὺς εἰκονομάχους.

874, Χρυσόβουλλο Βασιλείου Α´ τοῦ Μακεδόνος ἀναφέρεται στὸ μοναχισμὸ τῆς χερσονήσου τῆς Χαλκιδικῆς.

9ος – 10ος αἰών. Ἔζησαν στὴ χερσόνησο Πέτρος ὁ Ἀθωνίτης καὶ Εὐθύμιος ὁ Θεσσαλονίκης.

934, Ἡ καθέδρα τῶν Γερόντων (τὸ μοναχικὸν κέντρον τοῦ Ἄθω) ὀνομάζεται «ἀρχαία».

963, Ἱδρύθηκε ἡ μονὴ Μ. Λαύρας ἀπὸ τὸν Τραπεζούντιο μοναχὸ Ἀθανάσιο.

972, Συντάχθηκε τὸ πρῶτο Τυπικὸ τοῦ Ἁγίου Ὄρους (Ἰωάννου τοῦ Τσιμισκῆ).

980, Ἱδρύθηκε ἡ μονὴ Ἰβήρων.

10ος – 11ος αἰών. Ἱδρύθηκαν οἱ μονὲς Ξηροποτάμου, Βατοπεδίου, Ξενοφῶντος, Ἀμαλφινῶν, Ζωγράφου, Κωνσταμονίτου, Καρακάλλου, Φιλοθέου καὶ Κουτλουμουσίου.

1045, ὁ Ἄθως ὀνομάζεται «Ἅγιον Ὄρος» σὲ χρυσόβουλλο τοῦ αὐτοκράτορα Κωνσταντίνου Θ´ τοῦ Μονομάχου.

1046, Συντάχθηκε τὸ Β΄ Τυπικὸ τοῦ Ἁγίου Ὄρους.

1050 περίπου, οἱ μονὲς τοῦ Ἁγίου Ὄρους φθάνουν τὶς 125.

1080 – 1120, Διακόσιες οἰκογένειες ἔφθασαν στὸν Ἄθω καὶ τάραξαν τοὺς μοναχοὺς κατοίκους του.

1198, Ἀνυψώθηκε σὲ μονὴ τὸ μονύδριο τοῦ Χελανδαρίου ἀπὸ τὸν ἡγεμόνα Σερβίας Στέφανο καὶ τὸ γιό του Ράσκο.

13ος αἰών. Ἔγιναν ἁρπαγὲς στὸν Ἄθω ἀπὸ τοὺς πειρατὲς καὶ τοὺς σταυροφόρους τῆς Δ´ Σταυροφορίας. Σὲ ἐπιστολὴ τοῦ Πάπα Ἰννοκεντίου τοῦ Γ´ ὁ Ἄθως ὀνομάζεται «Τόπος Ἅγιος», Οἶκος Κυρίου» καὶ «οὐράνιος πύλη».

1307 -1309, Καταστράφηκαν πολλὲς ἁγιορείτικες μονὲς ἀπὸ τυχοδιῶκτες -μισθοφόρους Καταλάνους.

14ος αἰών. Ὁ Ἄθως παρουσίασε πνευματικὴ ἀκμή. Ἱδρύθηκαν οἱ μονὲς Γρηγορίου, Σίμωνος Πέτρας, Παντοκράτορος καὶ Ἁγ. Παύλου, ἀναπτύχθηκε τὸ κίνημα τῶν Ἡσυχαστῶν καὶ ἱστορήθηκαν πλὴν τοῦ Πρωτάτου καὶ τὰ καθολικὰ τῶν μονῶν Χελανδαρίου, Βατοπεδίου, κ.ἄ. σύμφωνα μὲ τὶς ἀρχὲς τῆς λεγόμενης Μακεδονικῆς Σχολῆς.

1394, Συντάχθηκε τὸ Γ´ Τυπικὸ τοῦ Ἁγίου Ὄρους (Τυπικὸ τοῦ Ἀντωνίου).

1406, Μὲ χρυσόβουλλο Μανουὴλ Β´ τοῦ Παλαιολόγου (Δ´ Τυπικό) ἀναγνωρίσθηκε στοὺς μοναχοὺς τὸ δικαίωμα νομῆς ἀκινήτου καὶ ἀπαγορεύθηκε ἡ εἴσοδος γυναικῶν στὸ Ἅγιον Ὄρος.

1430, 1453, Οἱ Ἁγιορεῖτες μοναχοὶ ἐξασφάλισαν προνόμια ἀπὸ τοὺς Τούρκους κατακτητές.

1453 -1913, Τὸ Ἅγιον Ὄρος ἦταν κάτω ἀπὸ τὸν τουρκικὸ ζυγό.

1533, Ἱδρύθηκε ἡ μονὴ Σταυρονικῆτα.

16ος αἰώνας, Ἱστορήθηκαν σύμφωνα μὲ τὴν τεχνοτροπία τῆς λεγόμενης Κρητικῆς Σχολῆς ἡ Τράπεζα τῆς Μ. Λαύρας καὶ τὸ καθολικό της, ἡ Μολυβοκκλησιά, τὰ Καθολικὰ τῶν μονῶν Κουτλουμουσίου, Σταυρονικῆτα, Διονυσίου, Δοχειαρίου, Τράπεζες μονῶν καὶ παρεκκλήσια μονῶν κ.ἄ.

1575, Συντάχθηκε τὸ Ε´ Τυπικὸ τοῦ Ἁγίου Ὄρους.

17ος αἰών. Φτώχεια καὶ ἀμάθεια μάστιζε τοὺς Ἁγιορεῖτες μοναχούς. Ἱδρύθηκε ἡ σκήτη τῆς Ἁγίας Ἄννης καὶ μετατράπηκαν τὰ ἁγιορειτικὰ κοινοβιακὰ μοναστήρια σὲ ἰδιόρρυθμα.

1700 -1750, Ἱδρύθηκαν οἱ σκῆτες Καυσοκαλυβίων, Τιμίου Προδρόμου, Ἁγίου Δημητρίου (Βατοπεδίου), Νέα ἡ τοῦ Πύργου, Ἁγίου Δημητρίου (Ἁγ. Παύλου), Εὐαγγελισμοῦ τῆς Θεοτόκου καὶ Ἁγίου Παντελεήμονος.

1720 -1730, Ἔδρασε στὶς Καρυὲς ὁ ζωγράφος καὶ ἱστοριογράφος Διονύσιος ἀπὸ τὸν Φουρνᾶ τῶν Ἀγράφων.

1743, Ἱδρύθηκε ἡ Ἀθωνιάδα Ἀκαδημία κοντὰ στὴ μονὴ Βατοπεδίου.

1755, Λειτούργησε στὴ μονὴ Μ. Λαύρας τυπογραφεῖο γιὰ δυὸ γενιές.

1750-1800, Ταράχτηκε τὸ Ἅγιον Ὄρος ἀπὸ τὸ κίνημα τῶν Κολλυβάδων.

1782, Συντάχθηκε τὸ ΣΤ´ Τυπικὸ τοῦ Ἁγίου Ὄρους.

1784-1818, Ἑπτὰ ἁγιορείτικες ἰδιόρρυθμες μονὲς μετατράπηκαν σὲ κοινοβιακές.

1810, Συντάχθηκε τὸ Ζ´ Τυπικὸ τοῦ Ἁγ. Ὄρους (Πατριάρχης Γρηγόριος ὁ Ε´). Καθιερώθηκε ἡ Ἱερὰ Κοινότητα.

1821-1830, Εἴσοδος καὶ παραμονὴ στὸ Ἅγιον Ὄρος τουρκικοῦ στρατοῦ.

1839-1850, Τέσσερεις ἁγιορείτικες ἰδιόρρυθμες μονὲς μετατράπηκαν σὲ κοινοβιακές.

1842, Ἱδρύθηκε ἡ Ἀθωνιάδα Σχολὴ στὶς Καρυές.

1850-1900, Ἀνακαινίσθηκαν πολλὰ ἁγιορείτικα κτήρια καὶ κτίσθηκαν νέα.

1912, Νοεμβρίου 2. Μοίρα τοῦ ἑλληνικοῦ στόλου κατέλαβε τὴ χερσόνησο τοῦ Ἄθω.

1923, Ἡ Συνθήκη τῆς Λωζάνης ἀναγνώρισε τὴν ἑλληνικὴ κυριαρχία σ᾿ ὅλο τὸ Ἅγιον Ὄρος.

1924, Συντάχθηκε ὁ Καταστατικὸς Χάρτης τοῦ Ἁγίου Ὄρους.

1963, Ἑορτάσθηκε ἡ Χιλιετηρίδα τοῦ ὀργανωμένου ἀθωνικοῦ μοναχικοῦ βίου στὶς Καρυές, Θεσ/νίκη καὶ Ἀθήνα.

1971-1982, Πέντε ἰδιόρρυθμες μονὲς τοῦ Ἁγίου Ὄρους μετατράπηκαν σὲ κοινοβιακές.

Σύγχρονη ἐποχή

Ἡ χερσόνησος τοῦ Ἄθω, ποὺ ἡ περιοχή του ἀρχίζει ἀπὸ τὴ Μεγάλη Βίγλα καὶ ἑξῆς, ἀποτελεῖ σήμερα κατὰ τὸ Σύνταγμα τῆς Ἑλλάδος καὶ τὸν Καταστατικὸ Χάρτη τοῦ Ἁγίου Ὄρους αὐτόνομο καὶ αὐτοδιοίκητο τμῆμα τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους. Ὁ Καταστατικὸς Χάρτης τοῦ Ἁγίου Ὄρους στηρίζεται σὲ αὐτοκρατορικὰ χρυσόβουλλα καὶ τυπικά, σὲ πατριαρχικὰ σιγίλλια, σὲ σουλτανικὰ φιρμάνια, στοὺς ἰσχύοντες Γενικοὺς Κανονισμοὺς καὶ στοὺς ἀρχαιότατους μοναχικοὺς θεσμοὺς καὶ τὰ παλαιότατα ἁγιορείτικα καθεστῶτα.

Μὲ τὸν Καταστατικὸ αὐτὸ Χάρτη τοῦ Ἁγίου Ὄρους, ὁ ὁποῖος συντάχθηκε ἀπὸ πενταμελῆ ἁγιορείτικη Ἐπιτροπὴ τῆς διπλῆς ἔκτακτης Σύναξης μὲ τὴ συνεργασία ἁρμόδιου νομικοῦ φορέα, ψηφίστηκε ἀπὸ τοὺς Ἀντιπροσώπους τῶν εἴκοσι μονῶν τοῦ Ἄθω, ἐγκρίθηκε ἀπὸ τὸ Οἰκουμενικὸ Πατριαρχεῖο καὶ κυρώθηκε μὲ νόμο ἀπὸ τὴ Βουλὴ τῶν Ἑλλήνων, καθορίζονται τὰ ἀρχαῖα ἁγιορείτικα καθεστῶτα καὶ ὁ τρόπος τῆς σύγχρονης λειτουργίας τους.

Ἡ ἀκριβὴς τήρηση τῶν ἀρχαίων προνομιακῶν καθεστώτων τοῦ Ἁγίου Ὄρους τελεῖ ὡς πρὸς μὲν τὸ πνευματικὸ μέρος κάτω ἀπὸ τὴν ἀνώτατη ἐποπτεία τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου, τοῦ ὁποίου τὸ ὄνομα πρέπει νὰ μνημονεύεται σ᾿ ὅλα τὰ Ἀθωνικὰ καθιδρύματα, ὡς πρὸς δὲ τὸ διοικητικὸ κάτω ἀπὸ τὴν ἐποπτεία τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους. Τοῦ τελευταίου ἡ κυριαρχία στὴν Ἀθωνικὴ Πολιτεία ἐκφράζεται μὲ τὴν παρουσία στὶς Καρυὲς Πολιτικοῦ Διοικητοῦ, ὁ ὁποῖος ὑπάγεται στὸ Ὑπουργεῖο τῶν Ἐξωτερικῶν, ἐποπτεύει τὴ λεπτομερειακὴ ἐφαρμογὴ τοῦ Καταστατικοῦ Χάρτου καὶ ἐξασφαλίζει μὲ τὴ βοήθεια μικροῦ ἀριθμοῦ ὑπαλλήλων τὴ δημόσια τάξη καὶ ἀσφάλεια.

Ὁλόκληρη ἡ Ἀθωνικὴ Χερσόνησος εἶναι ἀναπαλλωτρίωτη καὶ ἀνήκει κατὰ προκαθορισμένα ἐδαφικὰ τμήματα στὶς ἑξῆς κατὰ τάξη εἴκοσι μονές: Ι. Μ. Λαύρας, 2. Βατοπεδίου, 3. Ἰβήρων, 4. Χελανδαρίου, 5. Διονυσίου, 6. Κουτλουμουσίου, 7. Παντοκράτορος, 8. Ξηροποτάμου, 9. Ζωγράφου, 10. Δοχειαρίου, 11. Καρακάλλου, 12. Φιλοθέου, 13. Σίμωνος Πέτρας, 14. Ἁγίου Παύλου, 15. Σταυρονικῆτα, 16. Ξενοφῶντος, 17. Γρηγορίου, 18. Ἐσφιγμένου, 19. Ἁγίου Παντελεήμονος καὶ 20. Κωνσταμονίτου. Οἱ μονὲς αὐτὲς ἔχουν τὴ νομοθετική, τὴ διοικητικὴ καὶ τὴν ἐκτελεστικὴ ἐξουσία τοῦ Ἁγίου Ὄρους.

Τὴν πρώτη ἐξουσία, τὴ νομοθετική, ἀσκεῖ Σύναξη ποὺ ἀποτελεῖται ἀπὸ ἰσάριθμους ἀντιπροσώπους τῶν μονῶν, καὶ συνέρχεται στὶς Καρυὲς δυὸ φορὲς τὸ χρόνο. Σὲ ἔκτακτες περιστάσεις οἱ ἀντιπρόσωποι διπλασιάζονται.

Τότε ἡ Σύναξη καλεῖται Ἔκτακτος διπλή.

Τὴ δεύτερη ἐξουσία, τὴ διοικητική, τὴν ἀσκεῖ ἡ Ἱερὰ Κοινότης. Ἀποτελεῖται ἀπὸ εἴκοσι ἀντιπροσώπους, δηλαδὴ ἕνα ἀπὸ κάθε μονή, ποὺ ἐκλέγονται τὶς πρῶτες μέρες τοῦ ἡμερολογιακοῦ ἔτους μὲ ἐνιαύσια θητεία. Προεδρεύεται ἀπὸ τὸν Ἀντιπρόσωπο τῆς Μ. Λαύρας.

Τὴν τρίτη ἐξουσία, τὴν ἐκτελεστική, ἀσκεῖ ἡ Ἱερὰ Ἐπιστασία τὴν ὁποίαν ἀποτελοῦν τέσσερα μέλη, ποὺ ἐκλέγονται κάθε πρώτη Ἰουνίου ἀπὸ τὶς μονὲς ποὺ ἔχουν σειρὰ Ἐπιστασίας, κατὰ τὴν ἀκόλουθη αὐστηρὰ καθορισμένη τάξη:

Α. Μ. Λαύρας, Δοχειαρίου, Ξενοφῶντος, Ἐσφιγμένου

Β. Βατοπεδίου, Κουτλουμουσίου, Καρακάλλου, Σταυρονικῆτα

Γ. Ἰβήρων, Παντοκράτορος, Φιλοθέου, Σίμωνος Πέτρας

Δ. Χελανδαρίου, Ξηροποτάμου, Ἁγ. Παύλου, Γρηγορίου

Ε. Διονυσίου, Ζωγράφου, Ἁγ. Παντελεήμονος, Κωνσταμονίτου

Ἔτσι ὁ ἀντιπρόσωποι κάθε τετράδας μονῶν ἐκλέγονται κάθε πέντε χρόνια.

Ὁ ἀντιπρόσωπος τῆς πρώτης μονῆς σὲ κάθε τετράδα καλεῖται Πρωτεπιστάτης, οἱ ἄλλοι τέσσερεις Ἐπιστάτες, οἱ ὁποῖοι καὶ κρατοῦν τὰ ἰσάριθμα τεμάχια τῆς κοινῆς σφραγίδας. Τὰ μέλη τῆς Ἐπιστασίας ἔχουν ἐνιαύσια θητεία (1 Ἰουνίου-31 Μαΐου) καὶ ἐκτελοῦν τὶς ἀποφάσεις τῶν παραπάνω ἐξουσιῶν.

Στὴν ὑπηρεσία τῆς Ἱερᾶς Ἐπιστασίας βρίσκονται τέσσερις λαϊκοί, τοὺς ὁποίους οἱ μοναχοὶ ὀνομάζουν «Σεϊμένηδες» ὁ ἕνας, ποὺ προΐσταται τῶν ἄλλων, καλεῖται «Πολιτάρχος», φοροῦν τὴν ἐνδυμασία τῆς φουστανέλλας καὶ διεκπεραιώνουν καθήκοντα κλητήρα.

Τὸν Πρωτεπιστάτη ἀκολουθεῖ πάντοτε ἕνας σεϊμένης. Παράλληλα ἡ Ἱερὰ Ἐπιστασία διευθύνει καὶ τοὺς «Σερδάρηδες». Πρόκειται γιὰ μικρὸ ἀριθμὸ προσώπων ποὺ περιπολοῦν τὰ μοναστικὰ ἱδρύματα, ἐνδιαφέρονται γιὰ νὰ τηρεῖται ἡ τάξη καὶ ἐλέγχουν τὰ ὅρια καὶ τὸ ἐπίνειο τοῦ Ἁγίου Ὄρους γιὰ νὰ μὴ εἰσέρχονται σ᾿ αὐτὸ ἀπαγορευμένα ἄτομα καὶ ζῷα.

Τὴ δικαστικὴ ἐξουσία ἀσκοῦν οἱ διοικήσεις τῶν μονῶν, ἡ Ἱερὰ Ἐπιστασία, ἡ Ἱερὰ Κοινότης, ἡ Σύνοδος τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως καὶ τὰ πολιτικὰ δικαστήρια τῆς Θεσσαλονίκης. Τὰ πταίσματα καὶ ἄλλες μικροπαραβάσεις δικάζονται σὲ πρώτη βαθμίδα ἀπὸ τὶς μονὲς καὶ τὴν Ἱερὰ Ἐπιστασία, ἀνάλογα μὲ τὸν τόπο ποὺ ἔγινε ἡ παράβαση, σὲ δεύτερη βαθμίδα ἀπὸ τὴν Ἱερὰ Κοινότητα καὶ σὲ τρίτη ἀπὸ τὴ Σύνοδο τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου. Οἱ ὁριακὲς διαφορὲς κρίνονται ἀπὸ τὴν Ἱερὰ Κοινότητα σὲ πρῶτο βαθμὸ καὶ τὴ Σύνοδο τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου τελεσίδικα. Τὰ ἀδικήματα σὲ βαθμὸ πλημμελήματος καὶ κακουργήματος ἐκδικάζονται ἀπὸ τὰ ἀνάλογα πολιτικὰ δικαστήρια τῆς Θεσσαλονίκης. Στὸ Ἅγιον Ὄρος ὑπάρχουν σήμερα ἡ πολίχνη τῶν Καρυῶν, ὁ οἰκισμὸς τῆς Δάφνης καὶ πολυάριθμα μοναστικὰ καθιδρύματα ποὺ διακρίνονται ἀπὸ πλευρᾶς αὐτονομίας σὲ δυὸ κατηγορίες: τὰ κυρίαρχα καὶ τὰ ἐξαρτηματικά. Ἡ πολίχνη τῶν Καρυῶν βρίσκεται στὸ μέσο περίπου τῆς χερσονήσου καὶ εἶναι ἡ πρωτεύουσα τῆς Ἁγιορείτικης Πολιτείας. Ἀποτελεῖται ἀπὸ ὀγδόντα περίπου χωριστὲς οἰκίες στὶς ὁποῖες στεγάζονται οἱ Ἀντιπρόσωποι τῶν εἴκοσι μονῶν, ἤτοι τὰ μέλη τῆς Ἱερᾶς Κοινότητος καὶ τῆς Ἱερᾶς Ἐπιστασίας, οἱ δημόσιες ὑπηρεσίες, οἱ ὑπηρεσίες κοινοφελῶν ὀργανισμῶν, μικρὸς ἀριθμὸς ἐμπορευομένων λαϊκῶν καὶ μοναχῶν καὶ διάφοροι κελλιῶτες μοναχοί.

Στὸ κέντρο τῆς πολίχνης ὑψώνεται ὁ ἱστορικὸς ναὸς τοῦ Πρωτάτου, ὁ Πύργος, καὶ τὸ μεταγενέστερο κτήριο τῆς Ἱερᾶς Κοινότητας.

Ὁ οἰκισμὸς τῆς Δάφνης βρίσκεται στὸ μέσο περίπου τῆς δυτικῆς παραλίας τῆς Ἀθωνικῆς χερσονήσου καὶ ἀποτελεῖ τὸ ἐπίνειο ὁλοκλήρου τοῦ Ἁγίου Ὄρους. Στὸν οἰκισμὸ αὐτὸ λειτουργοῦν τελωνεῖο, ταχυδρομεῖο, τηλεγραφεῖο, ἀστυνομικὸς σταθμός, ὑποδηματοποιεῖο, πανδοχεῖο καὶ 2-3 παντοπωλεῖα. Οἱ κάτοικοί της, ποὺ δὲν ὑπερβαίνουν τοὺς εἴκοσι, δὲν εἶναι μόνιμοι. Ὁ μικρὸς οἰκισμὸς τῆς Δάφνης ἐδαφικὰ ἀνήκει ἀπὸ μισὴ στὶς γειτονικὲς μονὲς Ξηροποτάμου καὶ Σίμωνος Πέτρας.

Κυρίαρχα ἱδρύματα τοῦ Ἁγίου Ὄρους εἶναι τὰ 20 μοναστήρια ἢ μονές, τῶν ὁποίων ὁ ἀριθμός, σύμφωνα μὲ τὸν Καταστατικὸ Χάρτη παραμένει ἀμετάβλητος. Ἀκόμη σύμφωνα μὲ τοὺς ἱδρυτικοὺς καὶ ἄλλους προστατευτικοὺς καὶ κτηματικοὺς τίτλους κάθε μονὴ εἶναι αὐτοδιοίκητη, δὲν ὑπόκειται ἱεραρχικὰ σὲ καμιὰ ἐπισκοπικὴ δικαιοδοσία, ἐκτὸς τῆς πνευματικῆς ἐποπτείας τοῦ Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως, δὲν ἔχει κανένα περιορισμὸ στὸν ἀριθμὸ τῶν μοναχῶν της, ἔχει δική της περιουσία, καθὼς καὶ κυριότητα σὲ τμῆμα τῆς χερσονήσου τοῦ Ὄρους. Ὅλες οἱ μονὲς ὀνομάζονται Βασιλικές, γιατὶ ἱδρύθηκαν ὕστερα ἀπὸ ἐντολὴ ἢ συνδρομὴ βυζαντινῶν αὐτοκρατόρων, Πατριαρχικές, γιατὶ μὲ τὴν κατὰ καιροὺς ἔκδοση πατριαρχικῶν σιγιλλίων τέθηκαν κάτω ἀπὸ τὴν πνευματικὴ ἐποπτεία τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου, καὶ Σταυροπηγιακές, γιατὶ στὰ θεμέλιά τους τοποθετήθηκε σταυρὸς ἀπὸ Πατριάρχη ἢ ἐπίσκοπο.

Ἀπὸ τὶς εἴκοσι ἁγιορείτικες μονὲς οἱ δεκαέξι λειτουργοῦν σήμερα ὡς κοινόβια ἱδρύματα καὶ οἱ ὑπόλοιπες τέσσερις ὡς ἰδιόρρυθμα. Στὴν πρώτη κατηγορία ἀνήκουν οἱ μονὲς Μ. Λαύρας, Διονυσίου, Κουτλουμουσίου, Ξηροποτάμου, Ζωγράφου, Δοχειαρίου, Καρακάλλου, Φιλοθέου, Σίμωνος Πέτρας, Ἁγίου Παύλου, Σταυρονικῆτα, Ξενοφῶντος, Γρηγορίου, Ἐσφιγμένου, Ἁγίου Παντελεήμονος καὶ Κωνσταμονίτου. Στὴ δεύτερη οἱ Βατοπεδίου, Ἰβήρων, Χελανδαρίoυ καὶ Παντοκράτορος. Στὰ κοινόβια προΐσταται ὁ ἡγούμενος, ὁ ὁποῖος ἐκλέγεται ἀπὸ τὴν Ἀδελφότητα, ἔχει τὴν πνευματικὴ ἐξουσία καὶ εἶναι ἰσόβιος. Ὁ ἡγούμενος μὲ μικρὸ ἀριθμὸ ἐγκρίτων μοναχῶν, τὴ Γεροντία, ἀσκοῦν τὴ διοικητικὴ ἐξουσία τῆς μονῆς. Τὴν ἐκτελεστικὴ τὴν ἀσκεῖ ὁ ἡγούμενος μὲ 2-3 μοναχοὺς ἐκ περιτροπῆς ἀπὸ τὴ Γεροντία, τοὺς Ἐπιτρόπους, τῶν ὁποίων ἡ θητεία εἶναι ἐτήσια. Στὰ κοινόβια τὰ πάντα εἶναι κοινὰ στοὺς μοναχούς. Ἡ στέγη, ἡ ἐργασία, ἡ τροφή, ἡ ἐνδυμασία καὶ ἡ προσευχή.

Ὑποχρεώσεις καὶ δικαιώματα ἔχουν ὅλοι ἐξίσου. Ἀντίθετα μὲ τὸ μοναρχικὸ σχεδὸν πολίτευμα τῶν κοινοβίων, τὰ ἰδιόρρυθμα ἔχουν πολίτευμα ὀλιγαρχικό. Διοικοῦνται ἀπὸ τὸ Συμβούλιο τῶν Προϊσταμένων, καθ᾿ ἕνα ἀπὸ τοὺς ὁποίους ἐκλέγει τὸ ἴδιο τὸ Σῶμα, μόλις κενωθεῖ μία θέση.

Οἱ Προϊστάμενοι διακρίνονται γιὰ τὴν ἀρετή τους, εἶναι ἰσόβιοι καὶ ἐκτελοῦν, ὅπως καὶ οἱ ἄλλοι μοναχοί, διάφορα διακονήματα μὲ μικρὴ ἀντιμισθία.

Στὰ ἰδιόρρυθμα κοινὴ εἶναι μόνο ἡ στέγη, κοινὴ καὶ ἰδιωτικὴ εἶναι ἡ προσευχὴ καὶ ἡ ἐργασία καὶ μόνο ἰδιωτικὴ ἡ τροφὴ καὶ ἡ ἐνδυμασία. Τὰ ἰδιόρρυθμα, ὅπως εἴπαμε παραπάνω, προῆλθαν ἀπὸ τὴ χαλαρότητα στὰ αὐστηρὰ μοναχικὰ ἤθη, ποὺ καὶ ἐκείνη γεννήθηκε ἀπὸ τὶς διάφορες περιπέτειες τῶν μοναχῶν ἀπὸ τὸν 16ο αἰῶνα καὶ ἑξῆς.

Ἀπὸ τὸ σύνολο τῶν Ἀθωνικῶν μονῶν τέλος, οἱ δέκα ἑπτὰ εἶναι ἑλληνικές, ἤτοι ἡ Μ. Λαύρας, Βατοπαιδίου, Ἰβήρων, Διονυσίου, Κουτλουμουσίου, Παντοκράτορος, Ξηροποτάμου, Δοχειαρίου, Καρακάλλου, Φιλοθέου, Σίμωνος Πέτρας, Ἁγίου Παύλου, Σταυρονικῆτα, Ξενοφῶντος, Γρηγορίου, Ἐσφιγμένου καὶ Κωνσταμονίτου, μιὰ ρωσική, τοῦ Ἁγίου Παντελεήμονος, μιὰ βουλγαρική, τοῦ Ζωγράφου, καὶ μία σερβική, τοῦ Χελανδαρίου.

Ὅλες οἱ παραπάνω μονὲς ἀδιάκριτα ἀπὸ τὸ πολίτευμά τους ἢ τὴν ἐθνικότητά τους εἶναι ἰσότιμες μεταξύ τους καὶ ἀποτελοῦν μὲ τὰ ἐξαρτήματά τους τὴ Μοναχικὴ Συμπολιτεία τοῦ Ἁγίου Ὄρους. Στὰ παραπάνω κυρίαρχα ἱδρύματα, τὶς μονές, ὑπάγονται διάφορα ἄλλα, τὰ ὁποῖα εἶναι ἐξαρτήματα τῶν πρώτων καὶ εἶναι τὰ ἀκόλουθα: Οἱ Σκῆτες, τὰ Κελλιά, οἱ Καλύβες, τὰ Καθίσματα καὶ τὰ Ἡσυχαστήρια.

Σκήτη εἶναι μοναστικὸ ἵδρυμα, ποὺ βρίσκεται στὸ ἔδαφος τῆς κυρίαρχης μονῆς μὲ πράξη τῆς ὁποίας καὶ ἀνεγέρθηκε, ὕστερα ἀπὸ σχετικὴ ἔγκριση τῆς Ἱερᾶς Κοινότητας καὶ ἐπικύρωση τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου. Ἂν καὶ οἱ Σκῆτες εἶναι ἱδρύματα αὐτοκυβέρνητα ἐσωτερικά, ἐν τούτοις οἱ κυρίαρχες μονὲς ἔχουν διάφορα δικαιώματα πάνω σ᾿ αὐτὲς καὶ ὁ ἀριθμὸς τῶν μοναχῶν τους εἶναι ὁρισμένος. Ἀπὸ τὶς δώδεκα σκῆτες τοῦ Ἁγίου Ὄρους οἱ ὀκτὼ ἀκολουθοῦν τὸ ἰδιόρρυθμο σύστημα ζωῆς, καὶ οἱ τέσσερις τὸ κοινοβιακό. Στὴν πρώτη κατηγορία ἀνήκουν οἱ σκῆτες:

Στὴ πρώτη μονῆ 1. τῆς Ἁγίας Ἄννας, 2. τῶν Καυσοκαλυβίων, 3. τοῦ Ἁγίου Δημητρίου (Βατοπεδίου), 4.τοῦ Ἁγίου Ἱ. Προδρόμου (Ἰβήρων), 5.τοῦ Πύργου ἡ Νέα, 6. τοῦ Ἁγίου Δημητρίου τοῦ Λάκκου, 7. τοῦ Εὐαγγελισμοῦ καὶ 8. τοῦ Ἁγίου Παντελεήμονος (Κουτλουμουσίου).

Στὴ δεύτερη 1. τοῦ Τιμίου Προδρόμου (Μ. Λαύρας), 2. τοῦ Ἁγίου Ἀνδρέου, 3. τοῦ Προφήτη Ἠλία καὶ 4. τοῦ Ἁγίου Παντελεήμονος ἢ Βογορόδιτσα.

Οἱ ἰδιόρρυθμες σκῆτες ἀποτελοῦνται ἀπὸ χωριστὲς οἰκίες, τὶς Καλύβες, ποὺ πλαισιώνουν ἕνα κεντρικὸ ναό, τὸ Κυριακό, κοντὰ στὸ ὁποῖο διαμένει ὁ κατ᾿ ἔτος Προϊστάμενος τῆς σκήτης, ὁ Δικαῖος. Τὸν Δικαῖο ἐκλέγουν μὲ ἐτήσια θητεία οἱ Γέροντες τῶν Καλυβῶν στὶς 8 Μαΐου συνέρχονται κάτω ἀπὸ τὴν προεδρεία ἀντιπροσώπου τῆς κυρίαρχης μονῆς. Ἡ προσευχὴ στὶς ἰδιόρρυθμες σκῆτες εἶναι ἰδιωτικὴ τὶς καθημερινὲς καὶ κοινὴ τὶς Κυριακὲς καὶ ἑορτές, ὁπότε οἱ μοναχοὶ συνέρχονται στὸ Κυριακὸ καὶ ἐκτελοῦν τὶς Ἀκολουθίες τους. Οἱ μοναχοὶ κάθε Καλύβης, ποὺ δὲν πρέπει νὰ ὑπερβαίνουν τοὺς τρεῖς ζοῦν ἀπὸ τὰ ἐργόχειρά τους καὶ ἀπὸ τὴν καλλιέργεια τῆς γῆς ποὺ τοὺς παραχωρήθηκε γύρω ἀπὸ τὸν τόπο τῆς διαμονῆς τους. Ἐκτροπὴ ἀπὸ τὸν τύπο τῆς ἰδιόρρυθμης σκήτης ἀποτελοῦν οἱ κοινόβιες σκῆτες, οἱ ὁποῖες ἀνήκουν σὲ ἀλλοεθνεῖς ὀρθοδόξους Ἅγιορείτες μοναχοὺς καὶ ὁμοιάζουν στὸ κτήριο καὶ τὴ λειτουργία τους μὲ τὶς κοινόβιες μονές. Ἡ διαφορά τους ἀναφέρεται μόνο στὸ ὅτι ὁ Προϊστάμενος τῶν σκητῶν αὐτῶν, ἤτοι τῶν κοινοβιακῶν, λέγεται Ἡγούμενος, ἡ δὲ ἐκλογή του ἐγκρίνεται ἀπὸ τὴν κυρίαρχη μονή. Ἀπὸ τὶς παραπάνω δώδεκα ἁγιορείτικες σκῆτες ἑπτὰ εἶναι ἑλληνικές, δυὸ ρωμαϊκές, δυὸ ρουμανικὲς καὶ μία βουλγαρική.

Τὸ Κελλίον ἀποτελεῖται ἀπὸ εὐρύτατο oικoδόμημα, εἶδος ἀγροτικῆς κατοικίας, μὲ ναΰδριο στοὺς ἐσωτερικοὺς χώρους καὶ μὲ ὁρισμένη ἐδαφικὴ περιοχή. Παραχωρεῖται μὲ ἔγγραφο ἀπὸ τὴν κυρίαρχη μονὴ σὲ τρία πρόσωπα κατὰ τὸ σύστημα τῆς διαδοχῆς. Ὅταν πεθάνει ὁ Γέρων τοῦ Κελλίου τὴ θέση του καταλαμβάνει ὁ δεύτερος, τοῦ δὲ δεύτερου ὁ τρίτος. Τοῦ τελευταίου τὴ θέση τὴν καλύπτει ὁ δόκιμος τὸν ὁποῖο καὶ ἀναγνωρίζει ἀπὸ τότε μόνο ἡ κυρίαρχη μονή.

Οἱ Κελλιῶτες ζοῦν ἀπὸ τὴν καλλιέργεια τῆς γῆς ποὺ τοὺς παραχωρήθηκε καὶ ἀπὸ τὸ ἐργόχειρό τους ποὺ συνήθως εἶναι ἡ ἁγιογραφία καὶ ἡ ξυλογλυπτική.

Ἡ Καλύβη κατὰ τὸ κτήριο ὁμοιάζει μὲ τὸ Κελλίον εἶναι ὅμως μικρότερο καὶ δὲν ἔχει ἐδαφικὴ ἔκταση. Οἱ ἰδιόρρυθμες σκῆτες ἀποτελοῦνται ἀπὸ καλύβες, ποὺ εἶναι ὀργανωμένες σὲ κοινότητες. Καλύβες λέγονται καὶ τὰ ἀπομακρυσμένα ἀπὸ τὴν κυρίαρχη μονὴ καὶ μεταξύ τους μικρὰ οἰκοδομήματα, ποὺ δίδονται σὲ ἕνα ἢ δυὸ πρόσωπα γιὰ ἰσόβια κατοικία, χωρὶς δικαίωμα διαδοχῆς. Μεταξύ τους δὲν ἔχουν καμμιὰ κοινοτικὴ ὀργάνωση.

Ἀνοργάνωτοι συνοικισμοὶ τοῦ εἴδους αὐτοῦ, εἶναι ἡ Καψάλα, ἡ Μικρὰ Ἁγία Ἄννα, τὰ Καρούλια, τὰ Κατουνάκια, ὁ Ἅγιος Βασίλειος καὶ ἡ Προβάτα.

Τὸ Κάθισμα εἶναι μικρὴ Καλύβη κοντὰ σὲ μονὴ ὅπου παραμένει μοναχὸς ὑψηλῆς πνευματικῆς στάθμης. Τὸ σιτηρέσιο τοῦ τὸ χορηγεῖ ἡ μονή. Σὲ παλαιότερες ἐποχὲς Γέρoντες τῶν Καθισμάτων ἀναλάμβαναν νὰ καθοδηγήσουν στὴν πνευματικὴ ζωὴ τοὺς δόκιμους μοναχοὺς προτοῦ εἰσέλθουν στὴ μονή.

Τὸ Ἡσυχαστήριο εἶναι σπήλαιο ἢ εὐτελὲς συνήθως οἰκοδόμημα, ἀπομακρυσμένο ἀπὸ ὅλα τὰ ἄλλα ἱδρύματα. Ἡσυχαστήρια ἢ ἐρημιτήρια βρίσκονται σὲ ἔρημους καὶ δυσκολοπρόσιτους τόπους. Οἱ «ἔνοικοί τους» ζοῦν μὲ αὐστηρὴ ἄσκηση καὶ ἀδιάλειπτη προσευχή, καὶ ἐπιδιώκουν τὴ μυστικὴ θεωρία τοῦ Θεοῦ.

Στὰ παραπάνω μοναστικὰ ἱδρύματα ζοῦν σήμερα περισσότεροι ἀπὸ χίλιοι τριακόσιοι ὀρθόδοξοι μοναχοὶ ποὺ ἀνήκουν σὲ ἑπτὰ ἐθνικότητες: Τὴν Ἑλληνική, τὴ Σερβική, τὴ Ρουμανική, τὴ Ρωσική, τὴ Βουλγαρική, τὴ Γαλλικὴ καὶ τὴ Γερμανική. Οἱ ἀλλοεθνεῖς Ἁγιορεῖτες μοναχοὶ ἀποκτοῦν τὴν ἑλληνικὴ ὑπηκοότητα ἀπὸ τὴν ἡμέρα ποὺ προσλαμβάνονται ὡς μοναχοὶ ἢ ποὺ ἐγγράφονται στὴν τάξη τῶν δοκίμων.

Οἱ πνευματικὲς τάξεις τῶν μοναχῶν εἶναι τρεῖς μετὰ τὸ ἐτήσιο στάδιο τῆς δοκιμασίας: τοῦ ρασοφόρου, τοῦ μικρόσχημου καὶ τοῦ μεγαλόσχημου. Ἀπὸ τὴν πρώτη εἶναι δυνατὴ ἡ ἐπιστροφὴ στὴ λαϊκὴ τάξη χωρὶς συνέπειες, στὴ δεύτερη δίδονται ἀπὸ τὸν ὑποψήφιο μπροστὰ σ᾿ ὅλη τὴν Ἀδελφότητα οἱ γνωστὲς τρεῖς ὑποσχέσεις τῆς ἀγαμίας, τῆς ἀκτημοσύνης καὶ τῆς ὑπακοῆς -ὁπότε καὶ ἀντικαθιστᾶ τὸ ἐπώνυμό του μὲ ἐκεῖνο τῆς μονῆς ποὺ ἀνήκει πλέον- καὶ στὴν τρίτη εἰσέρχονται μοναχοὶ ὥριμης ἡλικίας συνήθως καὶ ὑψηλῆς πνευματικῆς στάθμης.

Οἱ Ἁγιορεῖτες μοναχοὶ ἀκολουθοῦν τὸ Ἰουλιανὸ ἡμερολόγιο.

Τὸ εἰκοσιτετράωρο τοῦ ἡμερονυκτίου τὸ ὑπολογίζουν μὲ τὸ βυζαντινὸ ρολόϊ ποὺ ρυθμίζεται ἔτσι ὥστε ἡ δύση τοῦ ἡλίου νὰ συμπίπτει μὲ τὴ δωδέκατη ὥρα. Ἐξαίρεση ἀποτελεῖ ἡ μονὴ τῶν Ἰβήρων, ἡ ὁποία ἀκολουθεῖ τὸ χαλδαϊκὸ σύστημα ποὺ ἔχει βάση τὴν ἀνατολὴ τοῦ ἡλίου.

Ἀπὸ τὶς εἰκοσιτέσσερις ὧρες τοῦ ἡμερονυκτίου οἱ Ἀθωνίτες μοναχοὶ ἀφιερώνουν ὀκτὼ ὧρες γιὰ προσευχή, ὀκτὼ γιὰ ἐργασία καὶ ὀκτὼ γιὰ μελέτη καὶ ἀνάπαυση. Πολλὲς φορὲς αὐξάνουν τὴν ὥρα τῆς προσευχῆς σὲ βάρος τῆς ἀναπαύσεως. Ἡ προσευχὴ διακρίνεται σὲ ἰδιωτικὴ καὶ κοινή.

Ἡ πρώτη στηρίζεται στὴ φράση «Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, ἐλέησόν με», ποὺ μυστικὰ λέγει ὁ μοναχὸς χρησιμοποιώντας παράλληλα τὸ κομποσχοίνι του κατὰ τὶς ὦρες τῆς ἐργασίας του καὶ κατὰ τὸ χρόνο ποὺ ἐκτελοῦνται ἀργὲς ψαλμῳδίες. Τὴ δεύτερη ἀποτελοῦν οἱ Ἀκολουθίες τοῦ Μεσονυκτικοῦ, τοῦ Ὄρθρου, τῆς Θείας Λειτουργίας, τῶν Ὡρῶν, τοῦ Ἑσπερινοῦ καὶ τοῦ Ἀποδείπνου. Κατὰ τὶς Κυριακὲς καὶ τὶς ἡμέρες τῶν ἑορτῶν, ὁπότε συνήθως πραγματοποιοῦνται ὁλονύκτιες Ἀκολουθίες, αὐξάνονται μέχρι καὶ δέκα τέσσερεις πολλὲς φορὲς οἱ ὦρες τῆς κοινῆς προσευχῆς τοῦ ἡμερονυκτίου. Οἱ ὁλονύκτιες Ἀκολουθίες φθάνουν περίπου τὶς σαράντα τὸ χρόνο.

Ἢ ἐργασία διακρίνεται σὲ ἰδιωτικὴ καὶ κοινή. Ἡ ἰδιωτικὴ πραγματοποιεῖται ἀπὸ τοὺς μοναχοὺς τῶν ἰδιορρύθμων μονῶν κυρίως, οἱ ὁποῖοι ὑποχρεώνονται νὰ προετοιμάσουν μόνοι τους τὴ δίαιτά τους. Τὴν κοινὴ καθορίζουν τὰ διάφορα διακονήματα, τὰ ὁποῖα ἐκτελοῦν οἱ μοναχοί, ὕστερα ἀπὸ τὴν ἐντολὴ τῶν προϊσταμένων τους καὶ τὰ ὁποῖα εἶναι: τοῦ ἡγουμένου (στὰ Κοινόβια μόνο), τῶν Ἐπιτρόπων, τοῦ Σκευοφύλακα, τοῦ Ἀντιπροσώπου στὴν Ἱερὰ Κοινότητα, τοῦ Γραμματέα, τοῦ Βιβλιοφύλακα, τοῦ Τυπικάρη, τοῦ Βηματάρη, τοῦ Ἐφημερίου, τοῦ Διακόνου, τοῦ Ἱεροψάλτη, τοῦ Προαμονάριου στὶς μονὲς ποὺ φυλάσσεται θαυματουργικὴ εἰκόνα τῆς Θεοτόκου, τοῦ Ἀναγνώστη, τοῦ Κανονάρχη, τοῦ Ἐκκλησιαστικοῦ, τοῦ Ἐπιμελητῆ τῶν παρεκκλησίων, τοῦ Ἀρχοντάρη, τοῦ Ξεναγοῦ, τοῦ Δοχειάρη (ἀποθηκαρίου), τοῦ Μάγκιπα (φούρναρη), τοῦ Μάγειρα, τοῦ Τραπεζάρη, τοῦ Συνοδικάρη, τοῦ Νοσοκόμου, τοῦ Γηροκόμου, τοῦ Καμπανάρη (κωδωνοκρούστη), τοῦ Προσφοράρη, τοῦ Πορτάρη (πυλωροῦ), τοῦ Βορδονάρη ἢ Χατλάρη (σταυλάρχη), τοῦ Δασάρχη, τοῦ Κηπουροῦ, τοῦ Ἀμπελουργοῦ, τοῦ Νυκτοφύλακα, τοῦ Ξυλουργοῦ, τοῦ Σιδηρουργοῦ, τοῦ Ἀρσανάρη, τοῦ Ταχυδρόμου, κ.ἄ. Οἱ μοναχοὶ ποὺ ζοῦν στὶς Σκῆτες καὶ τὰ Κελλιὰ ἀσχολοῦνται περισσότερο μὲ τὴ γεωργία, τὴ μελισσοκομία καὶ τὴν ἁλιεία, ὅσοι παραμένουν στὶς Καλύβες καὶ τὰ Ἡσυχαστήρια καταγίνονται κυρίως μὲ τὴν ἁγιογραφία, τὴ μικροξυλογλυπτικὴ καὶ γενικὰ μὲ τὴν χειροτεχνία.

Οἱ ἐργασίες αὐτὲς γιὰ τοὺς μοναχοὺς τῶν μοναστηριῶν εἶναι καθημερινὰ καθήκοντα, ποὺ τὰ πρoγραμματίζoυν οἱ προϊστάμενοί τους, ἐνῷ οἱ ἐξαρτηματικοὶ τὰ προγραμματίζουν οἱ ἴδιοι· μὲ αὐτὲς καλύπτουν βασικὲς ἀνάγκες διατροφῆς.

Ἡ δίαιτα τῶν μοναχῶν εἶναι ἁπλὴ στὰ ἰδιόρρυθμα μοναστήρια, στὶς σκῆτες καὶ στὰ κελλιά, λιτὴ στὰ κοινόβια, στὶς Καλύβες καὶ τὰ Καθίσματα, καὶ στοιχειώδης στὰ Ἡσυχαστήρια.

Κρέας καταλύουν μόνο οἱ μοναχοὶ τῶν ἰδιορρύθμων μονῶν καὶ τῶν Κελλιῶν, ἀλλὰ ὄχι πάλι ὅλοι. Τὰ δυὸ λιτὰ γεύματα ποὺ πραγματοποιοῦν κάθε μέρα οἱ μοναχοὶ τὰ μειώνουν σὲ ἕνα, κατὰ τὶς ἡμέρες Δευτέρα, Τετάρτη καὶ Παρασκευή, ὅλοι ὅσοι ζοῦν στὰ Κοινόβια μοναστήρια καὶ στὰ Ἡσυχαστήρια.

Στὴ μελέτη καὶ τὴ φιλοξενία οἱ Ἁγιορεῖτες μοναχοὶ καταβάλλουν ἰδιαίτερη προσπάθεια.

Ἀπὸ τὰ κυριότερα βιβλία ποὺ διαβάζουν εἶναι ὁ Εὐεργετινός, τὸ Πηδάλιο, βιογραφίες ἁγίων καὶ πολλὰ συγγράμματα Πατέρων καὶ ἰδίως τῶν μυστικῶν. Μερικοὶ μάλιστα γνωρίζουν ἀπέξω ὁλόκληρη τὴν Παλαιὰ καὶ τὴν Καινὴ Διαθήκη, καθὼς καὶ μεγάλα τμήματα ἀπὸ τὰ πατερικὰ ἔργα. Ἡ μελέτη τοῦ εἴδους ἐκείνου εἶναι προσευχή.

Τὴν ἑλληνικὴ παράδοση τῆς φιλοξενίας οἱ μοναχοὶ τοῦ Ἁγίου Ὄρους ἔχουν ἐπεκτείνει ἀδιάκριτα σὲ ὅλους τοὺς ἐπισκέπτες. Τοὺς παρέχουν συνεχῶς καὶ εὐχαρίστως διαμονὴ καὶ τροφή, ὅσο ἐπιτρέπουν οἱ δυνάμεις τους. Κάποτε ἕνας εὐρωπαῖος-ἑλληνομαθὴς ἐπισκέπτης ρώτησε ἕναν Ἁγιορείτη μοναχὸ γιατὶ φιλοξενοῦν κάθε μέρα ὅλους τοὺς διερχομένους ἀπὸ τὴ μονή τους χωρὶς καμμιὰ ἀμοιβή. Ἔκπληκτος τότε ἄκουσε τὸν ταπεινὸ μοναχὸ νὰ τοῦ λέγει δείχνοντάς του συγχρόνως μιὰ ἀπεικόνιση τῆς Φιλοξενίας τοῦ Ἀβραὰμ «Ξένους ξένιζε μὴ Θεοῦ ξένος γένη».